Τετάρτη 27 Μαρτίου 2013

Ανοιξιάτικες εργασίες

Είναι η πρώτη μου Ανοιξη, ως συνταξιούχα. Εχω κάνει του κόσμου τις εργασίες ως τώρα και τώρα, θέλω νωχελικά να απλωθώ στην πολυθρόνα μου και να αφήσω τον εαυτό μου να ονειρευτεί. Τι? Τα πάντα και τίποτα. 

Θέλω να ξυπνώ και να τραβώ την κουρτίνα να μπαινει ο ζωοδότης. Θέλω να μη με κυνηγά τίποτα, ούτε η κατσαρόλα. 

Ηρθε η Μάρθα η εξαδέλφη μου, εχθές και καθίσαμε στην βεράντα. Σκεπασμένη ακόμη με το ψευτογυαλο, μα μας ζέσταινε ο ήλιος. Είμαστε σαν γάτες, της σχολίασα και μου απαντησε "γερογατες"... ο τονος όπου.
Μου άρεσε που πολυλογουσαμε μπροστά απο ενα φλυντζάνι καφε και ενα κεϊκ. Το αγαπημένο της.
Πόσο μου αρέσει που εχω χρόνο ελεύθερο να κανω διάφορα που πριν δεν μπορουσα. Ενα κέϊκ. Μια ζωγραφιά. Εβγαλα ολα μου τα σύνεργα στην σκεπαστή βεράντα και απολαμβάνω τα πρωινά ως τ' απόγευμα. Μετά οταν ο ήλιος γέρνει, απολαμβάνω το τζακάκι και το σαλόνι μου.

Ο Ιάκωβος, περιφέρεται απασχολούμενος με τις δικές του ενασχολήσεις. Τα hobbies, του ήρθαν στην φόρα πάλι. Το δωμάτιο εργασιών, αναστενάζει κάτω απο τα πριονάκια και τα κολλητήρια. Αυτή την εποχή φτιάχνει κοσμήματα.
Κι εγώ πλέκω. Τα πουλόβερ του επόμενου καλοκαιριού. Εφέτος άρχισα νωρίς.
Μα μου αρέσει. Ενα τσαγαλί, ενα λιλά. Τόσο όμορφες πλέξεις. Καιρός να αρχίσω και την ζακέτα της Ντενίζ. Η πανέμορφη ανηψιά μου, ζήτησε πορτοκαλί αχνό.

Ξέχασα πως είχα ανοίξει τούτο εδώ, αλλά μια ερώτηση για καλλιέργιες με έκανε να το θυμηθώ. Τι όμορφο πράγμα να ψάχνεις χωρις να σκονίζεσαι να ξεφυλλίζεις και να βρίσκεις οτι ζητάς.

Ενα κέντημα, ήρθε απο μια σακούλα να μου θυμίσει πως η δυσκολια του, τώρα που εχω χρόνο θα γίνει ευκολία. Λες να το τελειώσω? Οι τόσες γκρι του αποχρώσεις θέλουν γερά μάτια. τώρα που η ημέρα ανοίγει, ευκαιρία να ξεκινήσει και αυτό. Και πόσα άλλα. 
γελώ και τραγουδώ και ανακατεύω τις κατασκευές μου.

μα θαρρώ πως ομορφο ειναι να κρατώ ενα ημερολόγιο συνάμα. 

Πέμπτη 14 Μαρτίου 2013

Ζένη Ζένη

Ζένη, με φώναζε ο θείος Μίλτος, κοροϊδευτικά. εγώ γύρναγα όμως και τον έκανα να χαμογελά.
Ζένη, φωνάζουμε την μικρή του δισεγγονή που ειναι ολο νάζι και σκανταλιά. Πως μπορεί ενα κορίτσι να είναι σκάνταλο? το δικό μας είναι. Ζένη οχι απο το Ευγενία το δικό μου, Ζένη απο τον θείο Μίλτο. Γιατί ήταν το αγαπημένο του όνομα. Με αγαπούσε ίσως και περισσότερο απο τα δικά του κορίτσια γιατί ήμουν η μικρότερη.

Κι εγώ απολάμβανα να πηδώ στην αγκαλιά του και να του κρατώ τα μάγουλα να τραγουδάμε μαζί ως να φωνάξει η θεία να πάμε για ύπνο.
Ηταν το καθημερινό μας παιχνίδι. Ενα "Ζένη" του, έφθανε για να σκαρφαλώσω πάνω του. Μα ήμουν μια σταλιά. Μια μπουκιά. Ημουν η Ζένη του και ήταν ο Μίλος μου. Αυτό άκουγα σαν μικρό παιδί και του έμεινε. Πόσα τέτοια ονοματα δεν είχαμε μεταξύ μας.


Περασαν τα χρόνια και οταν ο γιός μου με αποκαλεί Ζένη, ειναι γιατί θέλει κατι να ζητήσει. Θέλει κάτι να πάρει και με το Ζένη, ειναι σίγουρος πως θα το αποκτήσει.
Με τον πατέρα του, αποφασίσαμε στα 18 του να του αγοράσουμε ενα αυτοκίνητο δικό του. Υστερα του δώσαμε το σπίτι που αγαπουσε ιδιαίτερα, στο Κολωνάκι και θα δούμε τι θα  πάρει σαν παντρευτεί. Δεν του στερήσαμε τίποτα. Απολύτως. Του δώσαμε οτι ακριβώς είχαμε πάρει απο τους γονείς μας κι εμείς.

Ζένη σκέπτομαι πως θα ήθελα να φωνάζω την εγγονή μου όταν και αν έρθει. Ζζζένη, οπως ο Μίλτος. Κι έννοια σου, αν έρθει εγγονός, τον φωνάζω Ζένιο εγώ και ας πεί η νύφη ότι θέλει. Να πως γίνονται οι παρεξηγήσεις μεταξύ νύφης και πενθεράς. Πενθεράς και νύφης.
Οταν γιναμε νύφες, εμεις οι κοπελουδες, μπήκαμε σε σπίτια με πενθερές βεβαίως. Και συνηθίσαμε εμεις αυτές κι αυτές εμάς. 
Τα νέα παιδιά, ειναι αλλιώς. Παντού βλέπουν εχθρους. Μα αφου εχω την ηλικια της μαμάς σου. Εγώ φταίω που γέννησα γιό? ίσα ίσα...μια χαρά αισθάνομαι. Οχι κτητική. αν είχα κόρη, το ίδιο και χειρότερα θα ήμουν. θα την ήθελα καθ' εικόνα. Οχι δεν ήθελα άλλο παιδί. Τότε θείες και γιαγιάδες μας τα μεγάλωναν. 

Το παράτησα και με παράτησε.
σας φιλώ Ζζζζζένη !


Τετάρτη 13 Μαρτίου 2013

μονολογώ και φωτογραφίζω.


Πω πω! Εμαθα να βάζω και φωτογραφίες. Τώρα... τώρα τι άλλο θέλω απο την ζωή μου.
Το θέμα ειναι πως τα ανακαλύπτω μόνη μου.
τριγυρνώ ομως.  Πολύ τριγυρνώ και διαβαίνω. Είναι καλό? ειναι κακό? δεν γνωριζω ακριβώς. Διαβάζω διάφορα. Και αναρωτιέμαι. Τι κάνω εγώ εδώ μέσα? Γιατί άνοιξα το μπλόγκ? Για να περνάω την ώρα μου? Μα δεν βρίσκομαι τόσες πολλές ώρες σπίτι. Εχω και διάφορες ασχολείες. Για να διαβάζω τους άλλους? Δεν προλαβαίνω και δεν πολυξέρω πως γίνεται ακριβώς. Για να γράφω? Μα τα έχω σε χειρόγραφη μορφή. 
Γιατί? Γιατί? Γιατί?

Εδώ, αρπάζονται με το παραμικρό, δεν σέβεται ο ένας την αποψη του άλλου, διαβάζουν και βρίζουν αλλά δεν μπορώ να καταλαβω το γιατί. Φιλίες και φιλιά χιλιάδες μοιάζουν να υπάρχουν. Μα πως γνωριστηκαν ολοι αυτοί? Βρέθηκαν σ' εναν ιδεατό κόσμο και? και ανταλλάσσουν απόψεις?
Εμείς στο σπίτι μας, δεν τσακωθήκαμε ποτέ. Πέντε και δεκαπέντε οικογένειες με τον καλό τον λόγο.
Διαφωνω? Θα το συζητήσω. Αν θέλει ο άλλος. Τα πατρικά καθεστώτα αντικαθίστανται απο τα μητριαρχικά και τουμπαλιν. 

Οι γιαγιάδες και οι θείες, συζητούσαν τα πάντα με τα συζυγάτα του. Δεν έκρυβαν κι έτσι μας έμαθαν κι εμας να κάνουμε. Αυτό διδάξαμε και στα παιδιά μας. Οι βίοι μας με τον σύντροφο, ειναι παράλληλοι. Σε καμμία περίπτωση δεν είναι ο ένας πάνω απο τον άλλον.

Διαβάζω και αναρωτιέμαι που βρίσκομαι.  

Δευτέρα 18 Φεβρουαρίου 2013

η σημερινή γυναίκα.

Εδώ στα σημερινά γεγονότα. Γυναικεία θέματα, απο καιρό διαβασμένα και ξεχασμένα. Ομως... ομως... Ομως, δεν μου αρέσει να γενικεύονται οι καταστάσεις. 
Υπάρχουν γυναίκες, ακόμη και σήμερα, που υπομένουν ασχημες συμπεριφορές ανδρών τους, για τους δικους τους λόγους. Ομως... ομως. 
Πόσο εύκολα ειναι εδώ μέσα τα πράγματα. Πόσα λόγια λέγονται για τις λέξεις. 
Ζώντας απο μικρή σ' ένα σπίτι γεμάτο γυναίκες, που αργότερα, παντρεύτηκαν και εκαναν οικογένειες, δεν άκουσα ποτέ, ούτε απο τις μεγαλύτερες, ούτε απο τις νεότερες, να συζητάνε τα του κρεβατιού τους.
Αυτό τις έκανε καλύτερες? Δεν γνωρίζω. Ούτε ποτέ εβγαλα τα κρεββατικά μου έξω.


Ομως δεν πέρασε και καμμία φορά απο τα αυτιά μου, όσο χρονώ ειμαι, ενας βιασμός. Σε όποια μορφή. Απο καμμία. είπαμε, είπαμε είπαμε και τι δεν είπαμε. Ομως αυτές οι γυναίκες, ζούσαν βασιλικά και ζούμε έτσι. Οι άνδρες δεν είχαν ποτέ δώσει δικαιώματα στις γυναίκες τους να τους συζητάνε. Αρχοντάνθρωποι. οχι για γυναικοδουλειές. Για την συμπεριφορά τους μέσα στο σπίτι. 

Κάποτε στην δουλειά, άκουσα μια νέα κοπέλλα, μόλις παντρεμένη, να λέει πως της έκανε παρατήρηση η μητέρα της, γιατί εδερνε τον άνδρα της. Προσπάθησα να καταλάβω τι γινόταν, όσο μπορούσα και να είμαι και διακριτική, όμως. Γινόταν πως η κοπέλα, ζούσε σε ενα πατρογονικό περιβάλλον όπου οι γονείς, τσακώνονταν. Αποτέλεσμα ειναι πως όταν βρέθηκε σε συζυγικό περιβάλλον, σήκωσε χέρι, πριν το σηκώσει ο άλλος. 
Δεν ειναι ζωή αυτή και δεν αξίζει σε κανέναν.
Ομως η γυναικεία κακοποίηση παίρνει ανησυχητικές διαστάσεις. Δυστυχώς. Αντί οσο περνούν τα χρόνια να γίνονται οι γυναίκες Αριστες, γίνονται θύματα.

Αλλά όχι όλες. Εχω ζήσει σε οικογένειες που οι γυναίκες ήταν "καλομαθημένες" απο τα πατρικά τους και "βρήκαν καλύτερα" στο συζυγικά τους. 
Θα διαφωνήσω με την τωρινή εποχή. Ναι μου άρεσε η εποχή που οι γυναίκες, δεν μιλούσαν, για τους δικούς τους λόγους. Τώρα και που θα μιλήσει, που θα το κανει? στην φίλη. Ειναι η φίλη, τόσο "άξια" και "δυνατή" για να την συμβουλέψει? Για ενα κτήνος, θα φθάσουν να συζητάνε. Δεν είναι πάντα έτσι. Θέλει δουλειά ο γάμος. δουλειά απο την σχέση. δεν ειναι εύκολη απόφαση. 

Αλλοι καιροί, άλλα δεδομένα. Αλλά δεν δέχομαι την άποψη, πως "ολες οι γυναίκες εχουν υποστεί μια βία", ενός είδους, διαφορετικού, οχι απαραιτητα ίδιου. ......Οχι. Κι ας είμαι το μοναδικό παράδειγμα, που δεν είμαι. Η καλή ανατροφή, φέρνει καλά αποτελέσματα. τα καλά παραδείγματα απο την οικογένεια, διαχέονται στην μετέπειτα ζωή.

Βέβαια κι εμεις ως νέες, δεν βγήκαμε απο τις παρεές μας, παραέξω. Στρατιά απο εξαδέλφια και φίλοι παιδικοί, κάλυπταν τις ανάγκες μας. Πως το σημείωσα, έτσι. Ναι, γνωρίζαμε τον γνωστό του γνωστού. Τον συγγενή του, συγγενή, εστω και εξ αγχιστείας. 


Οχι πως δεν υπάρχουν, έξω, άνθρωποι με απωθημένα και κακοί. Οχι, υπάρχουν. Ειναι να σου τύχει. Δεν μας έτυχε. 
Μας, γενικά. Γιατί η στρατιά μας αποτελειται απο τουλάχιστον 80 άτομα εν ζωή. 
Ο καθ' ένας ζει με τον πόνο του. Αντιλαμβάνομαι. Ομως, η γενίκευση, δεν υπάρχει πουθενά στην ζωή. 
Ο σεβασμός στον πόνο του άλλου, ειναι πάντα σεβασμός, ομως το να γενικεύει κανείς... δεν ειναι απόρια σωστού συμπεράσματος. 
Ο κάθε κανόνας εχει και τις εξαιρέσεις του. Κι όλοι δεν είμαστε στο ίδιο τσουβάλι. Οσο κακό κι αν ακούγεται αυτό. 

Δευτέρα 11 Φεβρουαρίου 2013

Πάει καιρός

Πάει καιρός που σε "συνάντησα" ξανά σ' αυτή τη σύγχρονη ηλεκτρονική εποχή.
Πάει καιρός, που ανταλλάξαμε λίγες λέξεις απο το παρελθόν. 
Πάει καιρός που θυμηθήκαμε εποχές της νιότης. Μεγαλώσαμε. Ωριμάσαμε. Ηρθαν παιδιά και έννοιες άλλες.

Ξενοιαστοι στα 25, ανεβασμένοι σε μια μηχανή, οργώναμε την παραλιακή ως το Καλαμάκι.
Παίζαμε ανέμελα με τις λέξεις και τις φράσεις, πλέκαμε στεφάνι στην ωριμότητα και ζούσαμε ξένοιαστα. Είμαστε παιδιά.


Παιδόπουλα, ευτυχισμένα. Που δοκίμαζαν δρομους και περιπέτειες. 

βρεθήκαμε ώριμοι... μα τι ειναι η ωριμότητα. τι ειναι η νιότη? ειναι η ζωή μας ολάκερη. 

Μ' άρεσε που μιλήσαμε εστω για λίγο, που χτύπησε ενα τηλέφωνο εστω για μια στιγμή. Μ' άρεσαν ολα. 

Μένω με μια γλυκειά προσμονή. Να ξανακτυπησει το τηλέφωνο. Να αχνοχαμογελάσω στο άκουσμα της φωνής σου.

Παρασκευή 1 Φεβρουαρίου 2013

Χάνεται...

Πήρε το πλεκτό της και καθισε στην άκρη του καναπέ, δίπλα στο παράθυρο. Η μάνα της πάντα είχε μια καρέκλα δίπλα στο παράθυρο. Ηταν ο κόσμος της προς τα έξω. Κι εκείνης τώρα. Κράτησε την εφημερίδα και σχολίασε δυνατά, περιμενοντας απάντηση. "Πότε θα πάμε θέατρο?". 
"Είπαμε το άλλο Σάββατο" της απάντησε απο την κουζίνα, ενώ ερχόταν να της φέρει το τσάι της.

Ολο χαρά καθισε δίπλα της. "Φόρεσε την Ζακέτα σου, Παντελή", τον μάλωσε, "θα κρυώσεις, εχει βάλει ψύχρα'. Ο Παντελής, υπάκουσε χαμογελώντας "νοιαζεσαι για όλους' της αποκρίθηκε.
"μα όλοι, είσαι εσύ", τον χαίδεψε στον ώμο. Ηταν μαζι για τουλάχιστον 10 χρόνια. Τα παιδιά της μεγάλωσαν και τα παιδιά τους, είχαν γίνει όμορφα παλλικάρια πιά. 
Οι δυό τους πορεύονταν πλάι πλάι πάρα πολλά χρόνια. Είχε άραγε το κουράγιο που είχε να του πει, πόσο τον αγαπά και τον νοιάζεται?

'η Μαρία, εφυγε, η Αννουλα θα βγεί αργότερα" του είπε κοιτάζοντάς τον στα μάτια "θέλεις να πάμε επάνω?" τον ρώτησε κοιτάζοντας τον επίμονο. Σηκώθηκε και την παρέσυρε. "Πάντα σε θέλω και το γνωριζεις πολύ καλά". Είχε κάποιες στιγμές που χανόταν αλλά πάντα τον είχε στο μυαλο της. 

Αυτό το χάσιμο, δεν την άφηνε αδιάφορη. Αυτό το χάσιμο, ερχόταν κι εκεινη περίμενε να φύγει. Δεν μπορουσε να σκεφτεί τίποτα. Μετά συνερχόταν. 

Ανέβηκαν επάνω και κλειδώθηκαν στο δωμάτιο. Την αγκάλιασε. Την κράτησε σφιχτά πάνω του. Κι εκεινη χάθηκε. 

Οταν ξύπνησε, τον είδε να την κοιτά. Τίποτα δεν θυμόταν. Τίποτα. Το βλέμμα του ήταν ανήσυχο. "πόση ώρα κοιμάμαι" τον ρώτησε. Δεν της απάντησε έσκυψε και την φίλησε.

κάτι στιγμές που έρχονταν και χανόταν... εχανε τα καλυτερα, που τα ονειρευόταν μόνο.

Τετάρτη 30 Ιανουαρίου 2013

Αγνωστες λέξεις ...

Ολο τα παλιά. Να μιλήσω για το σήμερα!!!
Γι αυτά που βλέπουν τα ομορφά μου μάτια με την πρεσβιωπία. Αλλάααα το σκελετουδάκι μου ειναι κοκκινούλι. 
Τι ειναι αυτό που γίνεται.
Α, ανοιξα μπλόγκ αλλά μου είπαν πως ειμαι μεγάλη... να παραιτηθώ. 

Εγώ να παραιτηθώ αλλά που να πάω. Εντάξει μεγάλωσα. Ομορφα και έχω να θυμάμαι. 
Ομως ενα εχω να πω... αυτό το μπλόγγινγκ, εδώ., σε μαθαίνει πράγματα. 
Εχω αρχίσει και μαθαίνω ξένες γλώσσες. Δεν ήταν ελληνικά αυτά που ήξερα. Α, παπα εχω μείνει πίσω. πιο πίσω δεν γίνεται. Ρώτησα παντού τι θα πει "ξυνομουνίαση", που το είδα κάπου γραμμένο και κανείς δεν ήξερε να μου πει. Βρε μείναμε στην ίδια τάξη απο τα ελληνικά μας? Ωρα να πάρω τα κουράγια μου και να ρίξω τα μούτρα μου να ρωτήσω ενα παιδί. Να δω τι θα μου απαντήσει ο Αλκης, έμπλεος κοκκινομαγουλίασης.
Δεν έχω και γνωστούς εδώ μέσα.... να με πληροφορήσουν τα ακατάληπτα δι εμέ.
Διαβάζει κανείς?????? εεεεεε????

Αχ τι έπαθα. Αντί να γράφω γράφω γράφω, τώρα που έχω καιρό.... διαβάζω διαβάζω διαβάζω τριγύρω. Πόσο θα ήθελα να μην με αποσπά τίποτα. Ομως... ομως θέλω να διαβάζω και να μαθαίνω καινούργια πράγματα.
Το πτωχό πλην τίμιο λεξιλόγιο μου.....πήρε την κάτω βόλτα.
Βοηθάτε χριστιανοί! τα συνταξιούχα κοπελλούδια !
χα χα χα !!! γράφω και γελώ. 

Είπα να κρατώ ενα ημερολόγιο, αλλά δεν μου βγαίνει με τόσα τριγύρω. Ζήλιες, καυγάδες, φασαρίες. κι εγώ στη μέση. Εχω και ενα πλεκτό του Ιάκωβου να τελειώσω.  Αμα το δεις να τελειώνει να μου πείς

πολυλόγησα αλλά ας μου πει κάποιος γιατί με τρώει.


Τρίτη 22 Ιανουαρίου 2013

πως θα ειδωθούμε.....πως...?

Ησουν πάντοτε κοντά. Απο τότε που γνωριστήκαμε, πάντα τριγύρω. Μια ματιά έφθανε, ενα αγγιγμα, περίσσευε. Τα γόνατα λύνονταν σε κάθε συνάντηση και οι μικροχαρές που ανταλλάσαμε, κρατανε για μια ζωή.
Το κάθε τηλεφώνημα μία όαση. Χανονταν όλα και γίνονταν η φωνή σου και η δική μου. Μόνο. 
Αυτές οι κρυφές συναντήσεις, ποσο με μάγευαν. Πόσο με λύτρωναν, απο ολα τα δύσκολα. Κι όμως. Τα γόνατα δεν παύουν να τρέμουν ακόμη και το στομάχι να δένεται κόμπο, τόσα χρόνια μετά. Ομορφα χρόνια μετά. Οπως και όλα αυτά που μετράνε.

Και κοίτα τώρα, πόσο μακριά είμαστε. Πως η απόσταση δεν εκμηδενίζεται. Πόσο θέλω να σε δώ, να σε ακούσω. Πόσο δύσκολο έγινε. 

Ετσι φανταζόμαστε την σύνταξη? Ετσι? να μην μιλάμε, να μην βλεπόμαστε? Οχι, ποτέ, δεν το σκέφτηκα αυτό. Και τώρα εχει γινει ενας φόβος αληθινός.

Μια ματιά εφθανε να χάσω τον κόσμο ολόκληρο. Εχανες τα λόγια σου, στο αντίκρυσμά μου. Τόσα χρόνια. 

Και τώρα? τώρα... το θέλω εχει αντριέψει και το πρεπει τρέχει να το φάει. Είχα πολλά θέλω. Είχα περισσότερα πρέπει. Τώρα? μένει η θύμηση των ομορφων στιγμών μας.

Είσαι μακριά. Πολύ μακριά. Τι δεν θάδινα για μια ματιά κι ένα σου άγγιγμα. Τι δεν θάδινα για ένα σου τηλεφώνημα.
Ενα ζεστό μεσημεριανό σου τηλεφώνημα. Να ζητήσεις να βρεθούμε. Πάντα το περιμένω. 
Πως γίναμε τώρα που μεγαλώσαμε. Πως γίναμε έτσι, στην σύνταξη. Πως?

Να μην μπορώ να σε δω, να σε αποχωρίζομαι και η σκέψη της μια στιγμιαίας συνάντησης να ειναι ένα όνειρο πιά?

Θλίψη με πιάνει και δεν αντιστέκομαι. Δεν έχω δυνάμεις. Μόνο ενα δάκρυ μου κυλά και σου το στέλνω να σε φυλα.


Να είσαι πάντα καλά.

Πέμπτη 3 Ιανουαρίου 2013

Απο τα παλιά στα νέα!

To αστυνομικό μυθιστόρημα, ήταν πάντα το φόρτε μου.
Αλλά το καλό. Το παλιό. Απο τους μάστορες του  είδους.
Βρεθήκαμε σπίτι μας, με μια βιβλιοθήκη, που την εμπλουτίσαμε ως νέοι.
Ο Ηρακλής και η Αγκαθα, ήταν φίλοι μας, απο παλιά. Ο Μπέκας.... ήρθε στην ζωή μας, την ίδια εποχή. Και έμειναν.
Λύναμε μυστήρια, ανακαλύπταμε ενόχους, πέρναμε μέρος σε φανταστικές ιστορίες στις ταινίες. Σαν παιδιά. Μα παιδιά ειμαστε τότε.
Η δεκαετία των 60, όπου ζήσαμε απο 15 ετών ως 10 χρόνια αργότερα, μας έδωσε τόσα. Μας πήρε περισσότερα, όμως, απολαύσαμε την ζωή. Χάσαμε αγαπημένους φίλους σε τροχαία, χάσαμε τρισαγαπημένους συγγενείς, όμως ειμαστε δυνατοί και συνεχίσαμε την ζωή, κοιτώντας μπροστά. Ολα αυτά που τα κοιτώ στην τηλεόραση (που τότε...) μου φέρνουν τόσες εικόνες απο την ζωή μου.
Οι βόλτες με τα  cabrio, στο Λαγονήσι... ήταν η αγαπημένη μας εκδρομή στα τέλη της δεκαετίας του 60.
Πόσες μόδες δεν αλλάξαμε στα μαγιώ? Πόσες πές μου. Πόσες στα φορέματα. Πόσα ταξίδια κάναμε στην 10 ετία του 70? Εκείνο το συναλλαγμα, που έπρεπε να μετράμε.

Ο πατέρας, απο τα πρώτα παιχνίδια που μας έμαθε, μόλις κλείσαμε τα 18 ήταν να παίζουμε με τα χρήματα ξένων χωρών. Ετσι, σε κάθε ταξίδι, είχαμε το δικό μας, πορτοφόλι για τα πολύ λίγα έξοδα... και ξέραμε να μετράμε και να υπολογίζουμε.
Ο αδελφός μου, μου αγόραζε λιχουδιές και τις έκρυβε στο μαξιλάρι μου, να τις βρώ το βράδυ. Εγώ πάλι, είχα το νού μου, στα ξενόγλωσσα κόμικς. Οπου τα εύρισκα, ορμούσα. Ετσι διάβασα Αγκαθα πολύ νέα.

Ομορφα χρόνια, ομολογουμένως. Δεν μας έλειψε τίποτα. Πήραμε δυνάμεις. Κι αν η μανα έλειψε απο νωρίς, πρόφθαιναν, γιαγιάδες και θείες και νουνές, να μας γεμίζουν τα κενά. Επειδή δεν ξέρω, πως ειναι να ζεις με την μάνα, φαντάζομαι πως το ίδιο είναι με την στρατιά που μας μεγάλωσε.

Αυτό το πρωινό πηγαιν' έλα στο σχολείο με το αυτοκίνητο, ήταν η χαρά μου.
Μερικά παιδιά, που ευρίσκονταν στο δρόμο μας, ερχονταν πάντα μαζί μας. Ο πατέρας, δεν άφηνε κανέναν. Εστω κι αν γέμιζε ο παλιό Πεζώ μας. Το μπορντώ Πεζώ μας.
Πέρασαν τα χρόνια, κι όταν ο γιός μου, ξεκίνησε σχολείο, τον φόρτωσα στο παλιο Πεζώ με τον πατέρα μου και 12 χρόνια, ήταν η χαρά τους, το πρωινο. Ο ανηψιός μου, αντίθετα, ήθελε να περπατά και ξεποδάριαζε τον αδελφό μου και την νύφη μου.

Μεγάλωσαν κι αυτά και περιμένω την ώρα να γίνω γιαγιά. Αλήθεια ποια ειναι η δουλειά της γιαγιάς?

Δευτέρα 12 Νοεμβρίου 2012

Το άλλο σπίτι

Η Αττική εχει τόσες ομορφιές. Και τα παλιά χρόνια, περισσότερες. Το σπίτι του ανθρώπου, που έμελλε να γίνει σύντροφός μου, ήταν στην ευρύτερη εξοχή. 
Ψηλά δένδρα, μετά τον χαμηλό μαντρότοιχο και στο βάθος το κανελί σπίτι. Το χρώμα, που έπερνε αργά το απόγευμα, η ατμόσφαιρα, εκεί, ήταν καφετί. Τα πανύψηλα πεύκα, άφηναν λίγο χώρο να περάσει αχτίδα.
Την πρώτη φορά, που ήμουν εκεί,  νόμιζα πως ζούσα παραμύθι. Και τις πολλές επόμενες όμως, η ατμόσφαιρα, ήταν ομορφη.

Ο δρόμος, δεν ήταν άσφαλτος, τα γειτονικά σπίτια, είχαν ολα την ίδια σκιά. Το σπίτι στο βάθος της αυλής, ήταν δίπατο. Μακρύ και δίπατο. Είχε κουζίνες, μπάνια, καθιστικούς χώρους και πολλές κρεβατοκάμαρες επάνω. Και το υπόγειο, ήταν χώρος παιχνιδιών.
Κόσμος μπαινόβγαινε, διαρκώς κι εκεί. Γιαγιάδες και παππούδες και θείες και θείοι. Μεγάλες οικογένειες. Το κέντρο δεν ήταν κοντά. Πως μετακινούνταν? Με το κάρο. Αν έχεις Θεό, με το κάρο. Μια χαριτωμένη άμαξα.
Είχαν το άλογο, στο πίσω μέρος, που ήταν οι αποθήκες. Και το κάρο μαζί. Ανοιγόκλεισα αρκετές φορές, τα μάτια μου όταν η γιαγιά του συντρόφου μου, με περισσή σβελτάδα, ανέβηκε στην άμαξα, και ξεκίνησε για κάπου....
Το πρωινό που ήμουν εκεί και μου ζήτησε, να μείνουμε μαζί, ο ήλιος παιχνίδιζε με τις ξανθές του μπούκλες. Ευρισκε, διάδρομο ο ήλιος και πέρναγε στην αυλή?
Μα ναι. Ευρισκε και περίσσευε. Με παρέσυρε στην βεράντα και με πήρε αγκαλιά. Δεν έβλεπα και δεν άκουγα τίποτα. Ποιός θα μπορούσε να μου χαλάσει αυτή την εικόνα. Την ωραία εικόνα. Μόνο τα μάτια του. Δεν άκουγα σχεδόν τίποτα. Ηξερα τι θα πει. Μόνο τον κοίταγα. Λουσμένον στο φώς.
Μιάς και με ρώτησαν κάποτε, απάντησα, πως θα μου άρεσε, μόνο να κάνουν κάποιες αλλαγες και να στηρίξουν το σπίτι. Ετσι κι έγινε. Το σπίτι, έγινε πιό λειτουργικό (άλλωστε οι μηχανικοί και οι αρχιτέκτονες, περίσσευαν σ' αυτή την οικογένεια) και ο χώρος της αυλής, γέμισε με ενα σωρό χρήσιμα πράγματα, προκειμένου να κάνουν και την ζωη μας πιο εύκολη.
Οσο για την αποθήκη, δεν είχε πιά άλογο, μόνο την άμαξα, που αποφασίσαμε να την κρατήσουμε, στολισμένη, περιμένοντας την επόμενη γεννιά να την αξιοποιήσει.
Ζήσαμε εκεί, ευτυχισμένα καλοκαίρια και τρυφερούς χειμώνες. Παράλληλα, χάσαμε αγαπημένους, αλλά η πορεία των ζώντων, συνέχισε, υποχρεωτικά.
Το σπίτι, υπάρχει να μας καλοδεχτεί, τα καλοκαίρια και να μας αγκαλιάσει τους χειμώνες. Απειρα Χριστούγεννα και πολλές Πασχαλιές, εμελλε να περάσουμε οικογενειακά.
Μακάρι όλος ο κόσμος, να τύχει τέτοιων σπιτιών και ζεστών οικογενειακών στιγμών.

Παρασκευή 9 Νοεμβρίου 2012

Τα σπίτια

Αλήθεια, ποιά ειναι η δουλειά της γιαγιάς? Με τι θα μπορούσε να ασχοληθει?
Να περιμένει ενα εγγόνι? Αντε κι ήρθε.
Να το κανακέψει, να του τραγουδήσει, να παίξει μαζί του?
Να του μάθει... τι?
Περιμενω την΄ωρα που θα γίνω γιαγιά. Περιμένω, να δω πως θα ειναι, η σύγχρονη γιαγιά για τα εγγόνια της.
Η δικές μας γιαγιάδες, ήταν σύγχρονες για την εποχή τους, αλλά με τόσες θείες, νουνές και γιαγιάδες, μέσα στο σπίτι, δεν προλάβαινες, όντας μικρός να δεις τι κάνει ποιός !
Η μανούλα, έφυγε πολύ νέα και μείναμε με τις δύο γιαγιάδες, τις αδελφές του μπαμπά, της μαμάς και τις νουνές μας. Θείες κι αυτές.
Στρατιές γυναικών, με έλεγχαν, πριν βγω έξω. Μια έστρωνε τον γιακά, μία τράβαγε το φουστάνι να μην φαινεται το μισοφόρι, μια ίσιωνε τον φιόγκο και ως να φθάσεις στην πόρτα, χέρια σου έδιναν και τα απαραίτητα αξεσουάρ, ζακετούλες, τσαντούλες, πορτοφολάκια, σκουφάκια, κασκολάκια, γαντάκια.
Στην εξώπορτα, η μανα της μανας, η τελευταία για το φιλί. Εμένα και του αδελφού μου. Χωρίς φιλί, δεν φύγαμε, ούτε μια μέρα απο το σπίτι. Χωρίς αγκαλιά, δεν κλείσαμε πίσω μας την πόρτα. Ηταν εκεινη που μας αποχαιρετούσε, ήταν εκεινη που μας καλοδεχόταν. Ως το 1979, που εκλεισε τα μάτια της, στα 84, αν δεν φιλιόμαστε, μπες βγες, δεν πέρναγες κατώφλι.

Ενα σπίτι, δύο στην ουσία, μονοκατοικίες, με τόσο κόσμο. Κι όταν παντρεύτηκαν οι θείες, εκεί να δεις αμέτρητους ανθρώπους, να ανοιγοκλείνουν πόρτες και παράθυρα τα Σαββατοκύριακα. Αυτό που ζούσαμε ήταν μαγικό. Τόσοι άνθρωποι, αγαπημένοι.
Μου αρεσε παντα αυτο. Το πολύς κόσμος να τριγυρνά στο σπίτι.
Και κάθε Κυριακή, το κοινό τραπέζι, μάζευε τουλάχιστον 20 ανθρώπους. Κατσαρόλια, πιάτα ενα σωρό. ποτήρια και μαχαιροπίρουνα, στρώνονταν στην μεγάλη τραπεζαρία της θείας. Ολοι εφερναν κάτι και κυρίως την καρέκλα τους. Τρία τραπέζια, μας χώραγαν, στο περίπου.


Γι αυτό το σπίτι μου, ειναι πάντα ανοικτό. Γι αυτό μ' αρέσει κόσμος να μπαινοβγαίνει. Γι αυτό, φυλοξενώ ανθρώπους πάντοτε. Ενας ήχος εχει μείνει στ' αυτιά μου. Αυτή η γλυκειά φασαρία. Θέλω να ζει το σπίτι. Να ειναι, ανα πάσα στιγμή το καράβι που ταξιδεύει. Γεμάτο κόσμο και χαρά.

Οταν χάνεις κάποτε γονείς και μιλώ για τον πατέρα και τις θείες, που και στα 120 δεν θα έφθαναν, και τους θείους και μένεις εσύ, με τους συνομίλικους, η παλιότερη γενιά να φυλάς θερμοπύλες, σου φαίνεται κάπως. Ομως εχοντας τόση ζωή, μέσα σου, κοιτάς να μεταλαμπαδεύσεις και στους νεώτερους τις συνήθειες.

Κρατώντας τα σπίτια για καλοκαιρινά, μιας και οι δουλειές μάς έφερναν πιο κοντά στην πόλη, πέράσαμε και περνάμε, πιο ανάλαφρα πια εκεί. Ολοι, όμως το ίδιο αγαπημένοι, όπως και παλιά. Κανένας δεν εχει πειράξει την κούνια του αδελφού μου και τα νέα παιδιά, αγαπούν να παίζουν εκεί. Κι όταν κουτρουβαλιώνται... τότε γυρίζουν και ψάχνουν με τα μάτια βοήθεια απο τους μεγαλύτερους.
Παιδιά μου, αγαπημένα, σας εύχομαι να ζήσετε ευτυχισμένα, όπως οι προγονοι σας. Κι αν έρθει μια συννεφιά στην ζωή, σηκώστε το κεφάλι και χαμογελάστε στον ήλιο. Γιατί "και στης ζωής τους πιο βαριούς χειμώνες, αλκυονίδες μέρες καρτερώ".

Είμαι ήδη γιαγιά απο ανήψια, μα πάντα περιμένω τα δικά μου.



Πέμπτη 8 Νοεμβρίου 2012

Φωτισμένος ουρανός

H βροχή μου φέρνει μελαγχολία. Την κοιτώ και κλαίω. Δίνω στο μυαλό μου τροφή να απασχοληθεί αλλά μια ματιά έξω, με σκοτώνει.
Οπως σε σκοτώνουν οι παλιές αγάπες. Αυτές, που πριν πάνε στον παράδεισο, σου δίνουν μια γερή μπουνιά στο στομάχι.

Δεν συγκεντρώνομαι να περάσω καμμία βελονιά. Τα παλιά χρόνια, ήταν αγχολητικό το κέντημα. Τώρα... τώρα το μυαλό, το παίρνει η αγάπη. Περνάει μέσα απο δαιδαλώδεις διαδρόμους στοργής και αφικνείται στον λαμπερό ορίζοντα. Μόνο αυτή η βροχή το ταλαιπωρεί. Σταγόνα σταγόνα, στάζει μέσα του και θυμάται τις θολές ημέρες της ζωής.
Μόνο η αγάπη υπάρχει πλέον. Οι δαντέλες, που εχω κρυμένες στο κουτί, μαρτυράνε τις άλλες εποχές. Αυτές που περιμένεις απο την νιότη. Αυτές που η προσμονή τις κανει να παλιώνουν περισσότερο.
Κι έρχεται η νιότη να φέρει την ωριμότητα απο το χέρι. Να σου την παραδώσει. Περπατάνε στις ρουγες της ψυχής. Φέρνουν γλυκό παλιό κρασί να πιωθεί στην υγειά τους. Πλέκουν στα μαλλιά και χορεύουν σ' έναν απαλό ρυθμό. Κανέναν αεράκι, δεν τις φοβίζει. Κανένα κύμα δεν τις ξεπερνά. Χαμογελάνε και φωτίζει ο ουρανός σου.

Αυτόν τον φωτισμένο ουρανό, περιμένω, μετά απο τις σταγόνες. Να μου χαμογελάσει, να ξεχάσω την θλίψη. Να μου χαμογελάσει και να φύγει κάθε κακη έννοια απο το νού.


Παρασκευή 2 Νοεμβρίου 2012

Θα μείνει εδώ

Είναι περασμένη η ώρα. Ηρθε και καθισαμε μαζί ολο το απόγευμα. Μας πήρε το βράδυ και η κουβέντα δεν έλεγα να τελειώσει.

Είμαστε μαζί περί τα 10 χρόνια μαζί στη δουλειά. Νέος ήρθε, ολο χαρά και καινουργια σχέδια, με όρεξη για δουλειά, με πολλές ευθύνες, οι οποίες πολλαπλασιάστηκαν.
Ημουν ήδη διευθύντρια τμηματος, όταν συναντηθήκαμε. Ηταν γύρω στα 30. Αγγιζα τα 50.

Εβλεπα πως ολο τριγυρναγε, όλο εύρισκε αφορμή να ζητήσει, να ρωτήσει, ως που του χτύπησα ενα πρωι το τηλέφωνο. "ελα, κερνάω καφέ, αν δεν εχεις κάτι επείγον".
Ηρθε σφαίρα, λες και το περίμενε.  Το περίμενε αναμφίβολα.
Μείναμε να πίνουμε καφέ τόσα χρόνια απο συνήθεια τα πρωινά. Ρουφούσε ό,τι έλεγα, μου θύμιζε άλλα, με παρότρυνε, τον συμβούλευα.

Οταν ήρθε η ώρα να φύγω, το τελευταίο πρωινό, δεν ήρθε στο γραφείο μου. Μονο βρήκα ενα σημείωμα, "θα τα πούμε". Η γιορτή που ακολούθησε, για μένα, τον βρήκε σ' ένα συμβούλιο αλλού.

Σήμερα, μετά τόσο καιρό, ζήτησε μόνος του να έρθει. Με κοίταξε στα μάτια και σχεδόν δακρυσμένος μου είπε "ευχαριστώ για όλα".... εμεινα να τον κοιτώ. "Συνελθε, τι έπαθες, τι ευχαριστείς, πιές καφέ και σε πεθύμησα", του είπα και τον κοίταξα εντονα στα μάτια.

"Μου λείπεις" ξεστόμισε. "Ναι κι εμένα, αλλά το σπίτι ειναι εδώ, κοντά, όποτε θέλεις η πόρτα ειναι ανοικτή και είσαι καλοδεχούμενος" του απάντησα, προσπαθώντας να του σπείρω την αδιαφορία.

Σηκώθηκε και ήρθε προς το μέρος μου. "μου λείπεις, αλλιώς, θα ήθελα να μιλήσουμε, να σου πω, να μου πεις.. να είμαστε μαζί, περισσότερο"........
Δεν είχα τι να του πω, τα μάτια μου, είχαν γεμίσει. Επρεπε να πάρω τον λόγο.
"Κι εμενα μου λείπεις. Κι εγώ θέλω να σε βλέπω κάθε πρωι, οπως τόσα χρόνια τώρα. Κι εγω θέλω να σου μιλήσω. Να σε αγγίξω, αλλιώς. Γιατί μια ζωή, ο σεβασμός, δεν οδήγησε πουθενά..., αφησε με να τα πω εγώ, να στο κάνω πιο εύκολο".
Με κοίταξε και κούνησε το κεφάλι.
"Είμαστε μαζι και αναπνέουμε τον ίδιο αέρα, τόσα χρόνια. Ηθελα πάντα να σου πω, να μου πεις, αλλά κάτι μας σταματούσε. Ισως σωστό, ίσως λάθος."
Πήρα βαθιά ανάσα... "ξέρεις πως δεν είμαι μόνη. Ξέρεις πως είμαι μεγάλη, ξέρεις πως..."
εβαλε το χέρι του στο στόμα μου ψυθιρίζοντας "σσσσ, τα ξέρω όλα'.
"Η ζωή ειναι μπροστά σου, κι εγώ εδώ" του είπα.
"θέλω να είμαστε μαζί" επανέλαβε.
Σηκώθηκα. τα μύχια της ψυχής μου, ήθελαν να φωνάξουν "ΝΑΙ". Η λογική μου έλεγε..."ΟΧΙ".
Τον αγκάλιασα. Τα χείλη μου πλησίασαν το πρόσωπό του. Αφησα ενα φιλί, στο μαγουλό του και απομακρύνθηκα. Ενοιωσα ενα κενό.
"Μαζί θα είμαστε, όσο η ζωη, το επιτρέπει" του είπα. "Δεν άλλαξε τίποτα. Μόνο εγώ διεύθυνση". "Μπορώ να έρχομαι να σε βλέπω το πρωι?" με ρώτησε "και το βράδυ και το απόγευμα και όποτε θέλεις"....
"Δεν είσαι ερωτευμενος, ειναι η συνήθεια" συμπλήρωσα και απομακρύνθηκα, στην άλλη άκρη του σαλονιού. Απλωσα το χέρι μου, πίσω απο την πλάτη μου, σαν να τον σταματούσα απο οποιαδήποτε κίνηση προς το μέρος μου και του είπα. "Μείνε εκεί και πάντα εδώ".
Πέρασαν λίγα λεπτά για να μιλήσει. "Ευχαριστώ, μπορώ να μείνω απόψε εδώ, δεν έχω που να πάω, δεν θέλω να πάω πουθενα" ακούστηκε.
"Ναι, αυτό δεν το συμπεριέλαβα, μπορείς να μένεις. Είμαι δεν είμαι μόνη".
Ησύχασε η ματιά του. Πλησίασε και μου χαμογέλασε.
Η ζωή ειναι μπροστά του. Αν το καταλάβει.

Κοιμάται δίπλα, στον καναπέ κι ακούω την ανάσα του. Εχει ηρεμήσει. Αυτό ήθελε. Να μείνει κοντά μου.
Κι εγώ.

 

Πέμπτη 1 Νοεμβρίου 2012

Τιποτα ίδιο

Ψυχή μου, καρδιά μου, ζωή μου. Τότε που είμαστε νέοι και κάναμε όνειρα, πιασμένοι απο το χέρι.... και περπατώντας στο δασάκι... θυμάσαι?

Θυμάμαι, πως το πρώτο πράγμα που σκεφτήκαμε κι οι δυο μαζί και είπαμε, ήταν
"να πάμε θαλασσα".....

Θυμάμαι πως πηγαμε θάλασσα και περπατήσαμε στην αμμουδιά, ξυπόλητοι?
Θυμάσαι που που γελούσαμε σαν παιδιά. μα παιδιά είμαστε τότε.
Θυμάσαι που ξεκίνησε ενα ψιλόβροχο και αφεθήκαμε στις ψιχάλες του?
Ολα αυτά τα θυμάσαι, τα εχω αριστερά στην καρδιά. Φυλαγμένα γερά.

Οχι δεν ζω με την απαισιοδοξία. Τουναντίον. Ομως τι απο όλα αυτά, μπορεί να κάνει κάποιος στην ηλικία μας? Δεν έχουν την ίδια γλυκα. Δεν έχουν την ίδια εμφάνιση.
Μπορούμε άραγε να κάνουμε άλλα? Οπως να πάμε για φαγητό μαζί? να περπατήσουμε στην αμμουδιά ξυπόλητοι, να ποδηλατίσουμε στο δασάκι?

Εχουν άλλη χάρη τα νιάτα. Οχι δεν ζω με την μελαγχολία. Ομως και τι δεν θάδινα να ξαναγίνω νέα. Να ξανακάνω τα ίδια πράγματα απο την αρχή. Με την ίδια ορμή, με την ίδια γλύκα.

Ειναι ίδιον χαρακτηριστικό, των νέων να ενθουσιάζονται. Εγώ με τι ? με? με? με?
Οταν η λέξη γιαγιά, βρίσκεται λίγα μέτρα πιο πέρα απο εσένα, όταν οι φίλοι, γίνονται όλο και λιγότεροι, γιατί φεύγουν ανεπιστρεπτί, οσα και να θυμάμαι, δεν μπορώ να τα κάνω.

Οταν ο γιός σου ειναι 30 ετών πιά, τι περιμένεις, παρά ν' αγκαλιάσει και να σε φιλήσει.
Δεν θαρθεί να του πεις παραμύθια, παρά θα σου πει, τις κατακτήσεις του.
Τα εζησα όλα. Κι εζησα γεμάτα. Περιμενω στο κατώφλι τα καινούρια που θα συνάδουν με την ηλικία.

Πάντα χάζευα τους μεγαλύτερους που περπατουσαν χεράκι χεράκι στο δρόμο και χαμογελούσα. Δεν θέλω να φθάσω σε αυτή την κατάσταση.... αλλά έρχεται μόνο του.
Η καρδιά δεν παύει να χτυπά. Δεν παύει να ερωτεύεται, να χαμογελά, να κρίνει.

Σήμερα μια συννεφιά και μια απαισιοδοξία, πέρασαν απο τον ουρανό μου, αλλά θαρθείς να φωτίσει το σπίτι.
Σε περιμένω.

 

Οι μήνες μου!

Καλό μήνα. Απο εχθές ανακατεύω τα χειρόγραφά μου. Εχω να θυμηθώ κάτι απο εναν Νοέμβριο? Κάποτε?
Δεν βρίσκω..... ! Οι Νοέμβριοι, ήταν παντα ουδέτεροι στην ζωή μου. Κάποιοι γιόρταζαν, κάποιοι άλλοι, ταξίδευαν, εγώ έμενα σιωπηλή τους Νοέμβριους.
Συνήθως απολάμβανα μια νεα αγάπη. Που είχε ξεκινήσει τον Οκτώβριο.

Μια αγάπη που τον πρώτο καιρό, όλοι ξέρουμε πως φέρνει μια αναταραχή στην ζωή μας.

Ο Νοέμβριος, είναι ουδέτερος μήνας για μένα. Μου πάνε οι Δεκέμβριοι, οι Φλεβάρηδες, ο Ιούλιος και ο Αύγουστος. Και οι Οκτώβριοι, βεβαίως. Ο αγαπημένος μου.

Πως μου πάνε? Ολα τα αγαπημένα στην ζωή συνέβηκαν αυτούς τους μήνες. πως να ξεχάσω, πως τ' αγαπημένο μου Λιοντάρι, μ' αγαπά πολύ. Ο Καρκίνος μου, με την υπομονή του, με κέρδισε, τον Οκτώβριο, γιορτάζω γεννέθλια αγαπημένων. Κάθε Δεκέμβριο, συναντώ γιορτές και δώρα. Και τον Φεβρουάριο, εχει γεννηθεί ο γιός μου.

Για τον κριό, της ζωής μου, δεν θα πω πολλά. Πορευόμαστε μαζί περίπου 40 χρόνια. Και κάποτε αποφασίσαμε να κάνουμε ενα παιδί. Οχι με γάμο. Είμαστε συνοδοιπόροι. Δεν έχουμε οικογένεια με το στενό πλαίσιο. Αλλά ενα μοναχοπαίδι, που μας γεμίζει την ζωή, με τις χαρές του.
Η ζωή μας ένωσε και μας χωρίζει κάθε τόσο. Ηρεμα, χωρίς πολέμους και βία. Μόνο με την απομάκρυνση του ενός απο τον άλλον.

Ούτε και ξέρω το ζώδιο αυτού του μήνα, πρέπει να το σκεφθώ. Αλλά θα περιμενω υπομονετικά τον επόμενο.

Τετάρτη 31 Οκτωβρίου 2012

Ζω

Θυμάσαι που ποδηλατούσαμε? θυμάσαι, πριν γίνει μόδα? Θυμάσαι που ήθελες να κάνουμε ποδήλατο, στους αμμόλοφους? Θυμάσαι?
Θυμάσαι που οδηγούσες μπροστά? Θυμάσαι που σταματούσες να μου χαμογελάσεις, να μου πεις μια κουβέντα, να πιούμε νερό? Θυμάσαι?
φθάσαμε στην ηλικία που κοροϊδευαμε απο παιδιά. "Θυμάστε"? Ολα τα θυμαμαι. Και πως γνωριστήκαμε και την αμηχανία μας, και μετά και ύστερα και έπειτα...Ολα.

Το πρώτο ραντεβού, πες το κι έτσι. Που οδηγούσες στην βροχή. Που πήγαμε στην παραλία. Που που που που. Που πήγαν όλα αυτά? Μπορείς να μου πεις? Που?

Μεγαλώσαμε και αφήσαμε τις στιγμές στο μπαούλο. Ειναι μαζι μας. Το ξερω. Το ξέρεις. Ειναι μαζί μας στο ταξίδι της ζωής, αλλά στην άκρη τους. Φτάνει μια λέξη, μια ματιά, να γυρίσουν όλα πίσω. Να ανοίξει το μεγάλο μπαούλο των αναμνήσεων.

Οχι ποτέ δεν θα ήθελα να γυρίσω πίσω, να ξαναζήσω την ζωή, διαφορετικά. Κοιτώ το τώρα και το μετά. Και θα ήθελα να ειναι ηλιόλουστα. Με ήρεμες θάλασσες και γλυκά δειλινά. Με όμορφες στιγμές που θα πάρουμε μαζί, το αιώνιο ταξίδι.

Ζω για το σήμερα, την στιγμή και το χαμόγελό σου.




Και τώρα?

Τώρα στην σύνταξη, που οι ρυθμοί σου έχουν αλλάξει, που ξυπνάς το πρωί και χουζουρεύεις, που δεν χρειάζεται να βγείς πολύ πρωί έξω, που η απογευματινή κίνηση, δεν σε γνωρίζει. Τώρα, η ζωή εχει αλλάξει.

Πολλές φορές, καλώ κόσμο στο σπίτι για πρωϊνό, γιατί δεν έχω παρέα. Ημουν μαθημένη στην παρέα. Ξεμαθαίνεις, ίσως δύσκολα, αλλά συναντάς,σπουδαίους ανθρώπους, που δεν ήξερες ως τώρα, ή τουλάχιστον, βρίσκεις ανθρώπους που πολύ θα ήθελες να συναντήσεις, μα εργαζόσουν.

Μπορείς να κάνεις σχέδια για το μέλλον, όσα θέλεις. Μπορείς να προγραμματίσεις, μια εκδομή, ενα ταξίδι, χωρίς να σε νοιάζει. Μια βόλτα στα μαγαζιά, το πρωί, δεν αλλάζει με τίποτα, με εκείνη την βόλτα, το απόγευμα, με την κούραση όλης της ημέρας, μαζί σου.
Μπορείς να φας ότι ώρα θέλεις, να μιλήσεις στο τηλέφωνο, όταν θέλεις και γενικά, κάνεις ότι θέλεις.

Με τι κόστος? Μου λείπει η δουλειά, αλλά με είχε κουράσει κι αυτό το ωράριο...
Και κάποιοι νέοι. Που δεν μπορούσα να συνταυτιστώ.

Χαίρομαι γιατί βρίσκομαι με φίλους όλη την ημέρα. Με τους παλιούς καλούς δικούς μου φίλους. Γιατί οργανώνω πρωϊνά, μεσημεριανά και βραδυνά. Γιατί μπορώ να πάρω το αυτοκίνητο να πάω μια βόλτα. Γιατί γιατί γιατί.

Είμαι ελεύθερη. Το ρολόι δεν χτυπά το πρωί. Του έμεινε η συνήθεια να ανοίγει το ραδιόφωνο. Μια λογική ώρα, στην μουσική.

Μου αρέσει ολο αυτό. Αυθυποβάλλομαι για να μπορέσω να συνηθίσω, να περάσω το ότι δεν έχω κάτι συνηθισμένο να κάνω. Βλέπω αγαπημένους άνθρώπους, οι οποίοι μου γεμίζουν το σπίτι μετά την δουλειά, δεν το συζητώ. Τους περιμένω πάντα και πάντα εμφανίζονται. Φαγητό και καφές και γλυκό, υπάρχουν πάντοτε για να μπορούν να ξεφύγουν.
Δεν θέλω να πάθω εξάρτηση με το μηχάνημα. Μα έτσι ήταν ολα τα χρόνια.
Δεν θέλω να συναντηθώ με κανένα απο τα χόμπυ της νιότης μου. Θέλω μόνο να κοιτώ. Εναν πίνακα, να ακούω μουσική να μπορώ να κοιτώ την θάλασσα, να ακούω την βροχή στον τσίγκο....και να ΖΩ.

Τρίτη 30 Οκτωβρίου 2012

Μετά απο....

Γάτε, παλιόγατε, που σ' αγαπούσα και δεν σε ξέχασα. Που σε βρήκα μετά απο τόσα χρόνια. Μια ζωή. 32. Χωρίσαμε παιδιά. Με την ξενοιασιά της νιότης. Βρεθήκαμε να μην θυμάσαι και να νευριάζω.
Μα αλήθεια δεν θυμάσαι? Μόνο δικό μου προνόμιο ειναι αυτό? Μόνο?
Δυο χρόνια ήταν αυτά. Μ' έμαθες τόσα. Σε θαύμαζα.
και μετά δεν σε έψαξα ποτέ. Χωρίσαμε εργασιακώς και εμεινα να περιμενω. Δεν ξέρω τι. Ούτε και με θυμόσουν, είπες.
Δεν πειράζει. Βρεθήκαμε ξανά και κάνουμε "παρέα" λεμε μια καλημέρα και περιμενω την ώρα που θα σε δω.

Που θα μου πεις, πόσα θυμάσαι και πόσα θυμήθηκες.

Παλιόγατε. Με μαλώνω. που δεν άπλωσα το χέρι να σε βρώ. Που ήξερα που είσαι και δεν...
Δεν πειράζει. αυτό το 32, με αποζημίωσε και με το παραπάνω.
Δεν μιλάς. Περιμένω.

Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 2012

Θαρθεις πάλι?

Σήμερα ειμαι νιρβανούχα η ηλικωμένη.
Κάθομαι στην βιεννέζικη πολυθρόνα μου και κουνιέμαι πέρα δώθε, σαν το αυτιστικό.

Κοιτώ εξω. Φθινοπωρινό τοπίο. Είμαι μέσα, ζέστη ανοιξιάτικη
Πάω στην κουζίνα, να φτιάξω ενα τοστ, η ζέστη με ακολουθεί. Ανάβω την τοστιέρα και ο Ιούλιος, ξεχύνεται φορτσάτος.
Δεν είναι κατάσταση αυτή.

Γυρίζω πίσω σε σκέψεις. Θα ήθελα να ήμουν 32. Ακριβώς, ούτε μια ημέρα πιο πάνω, πιο κάτω. Θα ήθελα να βρισκόμουν ξανά την ημέρα των γεννεθλίων μου.

Στο πάρτυ που έδωσα. Τότε που με κρατούσε ο Αλκης, αγκαλιά. Τότε που ήρθε μόνο για τα γεννέθλιά μου.
Ο Αλκης μου. Πάντα με εξέπληττε. Κι ας καυγάδιζα τότε μαζί του. Μ' αγαπούσε. Κι εγώ.
Με λαχτάρα, χωνόμουν στην αγκαλιά του, κάθε φορα, που εμφανιζόταν στο κατώφλι της πόρτας της αυλής.
Ετσι ξαφνικά.
Ηθελα να μπορούσε να ειναι εδώ, σ' αυτά τα μεγάλα γεννέθλια. Να μ' αγκαλιάσει να ξεχάσω πόσα κεράκια θα έχει αυτή η τούρτα.
Μα ειναι μακριά. Θα ερθει την άνοιξη. Θα με γεμίσει με φιλιά. Θα μου φέρει δώρα.
Θα κάνουμε μια βόλτα, στην εξοχη, πιασμένοι χέρι χέρι.
Θα μου φέρει λουλούδια και θα με φιλήσει στο στόμα.
Ο Αλκης μου.
Πάντα με το χαμόγελο. Το μπλέ βλέμμα του, με παρακολουθεί οταν τριγυρνώ και κανω δουλειές. Λάμπει οταν τον φιλώ, γελά ολόκληρος όταν τον αγκαλιάζω.
Πέρα στον ορίζοντα, οταν ο ήλιος δύσει, βλέπω το χρυσό χρώμα των φιλιών του.
Πότε θα ρθεις?
πότε θα με βγάλεις απο την νιρβάνα μου να μ' αγκαλιάσεις, σαν να μην πέρασε μια ώρα απο την νιότη μας? πότε?
Ηρθαν στα μαλλιά τα χιόνια. Αλλά δεν ήρθε ο χειμώνας στην καρδιά.
Κρατά γερά, ενα πρωινό τ' Απρίλη. Ενα πρωϊνο, που με σβούριζες στον αερα και γελάγαμε σαν μικρά παιδιά.
η συννεφιά θα μου φέρει στεναχώρια. Αλλα σε κρατώ καλά.
είσαι εδώ τριγύρω και μ' ακούς. σε νοιώθω. πάντα είσαι τριγύρω, φτάνει ν' αφουγκραστώ.
 γυρίζω ανόρεκτη στην πολυθρόνα μου. ο καφές μου, γλυκός όσο κι εσύ.
πάντα και μόνο εσύ.

Τετάρτη 5 Σεπτεμβρίου 2012

άλλο σπορ

Εχθές ψαρέψαμε, σήμερα να στραφούμε σε άλλο σπόρι... 
Να πάμε κολυμπητήριο κυρια μου.
Να δούμε κανα γυμναστή μπρατσάτο και καναν αθλητη μυάτο.
να κάνουμε μάτι, παναπεί.

Διότι κολύμπι δεν θα κάνουμε. Με σκουφάκι ή χωρις, κολύμπι δεν. Θα επιπλέψουμε και θα πλατσουρίσουμε. Δεν πα να λέει ο μπρατσάτος...οδηγίες πλέσεως, εμείς το χαβά μας.

Μετά γυμνούλες θα σαπουνιστούμε και θα ξεπλυθούμε. και θα γυρίσουμε σπίτι, χορτασμένες.

Ετσι γίνεται κυρία μου. Οι ανδρες ειναι πιο σοβαροί μεταξύ τους. Εμείς.....

Εμείς να πάμε για κανα παντρεμένο το βράδυ? Μας παρακαλάνε, να μην ανταποκριθούμε?