Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου 2012

Ζω

Θυμάσαι που ποδηλατούσαμε? θυμάσαι, πριν γίνει μόδα? Θυμάσαι που ήθελες να κάνουμε ποδήλατο, στους αμμόλοφους? Θυμάσαι?
Θυμάσαι που οδηγούσες μπροστά? Θυμάσαι που σταματούσες να μου χαμογελάσεις, να μου πεις μια κουβέντα, να πιούμε νερό? Θυμάσαι?
φθάσαμε στην ηλικία που κοροϊδευαμε απο παιδιά. "Θυμάστε"? Ολα τα θυμαμαι. Και πως γνωριστήκαμε και την αμηχανία μας, και μετά και ύστερα και έπειτα...Ολα.

Το πρώτο ραντεβού, πες το κι έτσι. Που οδηγούσες στην βροχή. Που πήγαμε στην παραλία. Που που που που. Που πήγαν όλα αυτά? Μπορείς να μου πεις? Που?

Μεγαλώσαμε και αφήσαμε τις στιγμές στο μπαούλο. Ειναι μαζι μας. Το ξερω. Το ξέρεις. Ειναι μαζί μας στο ταξίδι της ζωής, αλλά στην άκρη τους. Φτάνει μια λέξη, μια ματιά, να γυρίσουν όλα πίσω. Να ανοίξει το μεγάλο μπαούλο των αναμνήσεων.

Οχι ποτέ δεν θα ήθελα να γυρίσω πίσω, να ξαναζήσω την ζωή, διαφορετικά. Κοιτώ το τώρα και το μετά. Και θα ήθελα να ειναι ηλιόλουστα. Με ήρεμες θάλασσες και γλυκά δειλινά. Με όμορφες στιγμές που θα πάρουμε μαζί, το αιώνιο ταξίδι.

Ζω για το σήμερα, την στιγμή και το χαμόγελό σου.




Και τώρα?

Τώρα στην σύνταξη, που οι ρυθμοί σου έχουν αλλάξει, που ξυπνάς το πρωί και χουζουρεύεις, που δεν χρειάζεται να βγείς πολύ πρωί έξω, που η απογευματινή κίνηση, δεν σε γνωρίζει. Τώρα, η ζωή εχει αλλάξει.

Πολλές φορές, καλώ κόσμο στο σπίτι για πρωϊνό, γιατί δεν έχω παρέα. Ημουν μαθημένη στην παρέα. Ξεμαθαίνεις, ίσως δύσκολα, αλλά συναντάς,σπουδαίους ανθρώπους, που δεν ήξερες ως τώρα, ή τουλάχιστον, βρίσκεις ανθρώπους που πολύ θα ήθελες να συναντήσεις, μα εργαζόσουν.

Μπορείς να κάνεις σχέδια για το μέλλον, όσα θέλεις. Μπορείς να προγραμματίσεις, μια εκδομή, ενα ταξίδι, χωρίς να σε νοιάζει. Μια βόλτα στα μαγαζιά, το πρωί, δεν αλλάζει με τίποτα, με εκείνη την βόλτα, το απόγευμα, με την κούραση όλης της ημέρας, μαζί σου.
Μπορείς να φας ότι ώρα θέλεις, να μιλήσεις στο τηλέφωνο, όταν θέλεις και γενικά, κάνεις ότι θέλεις.

Με τι κόστος? Μου λείπει η δουλειά, αλλά με είχε κουράσει κι αυτό το ωράριο...
Και κάποιοι νέοι. Που δεν μπορούσα να συνταυτιστώ.

Χαίρομαι γιατί βρίσκομαι με φίλους όλη την ημέρα. Με τους παλιούς καλούς δικούς μου φίλους. Γιατί οργανώνω πρωϊνά, μεσημεριανά και βραδυνά. Γιατί μπορώ να πάρω το αυτοκίνητο να πάω μια βόλτα. Γιατί γιατί γιατί.

Είμαι ελεύθερη. Το ρολόι δεν χτυπά το πρωί. Του έμεινε η συνήθεια να ανοίγει το ραδιόφωνο. Μια λογική ώρα, στην μουσική.

Μου αρέσει ολο αυτό. Αυθυποβάλλομαι για να μπορέσω να συνηθίσω, να περάσω το ότι δεν έχω κάτι συνηθισμένο να κάνω. Βλέπω αγαπημένους άνθρώπους, οι οποίοι μου γεμίζουν το σπίτι μετά την δουλειά, δεν το συζητώ. Τους περιμένω πάντα και πάντα εμφανίζονται. Φαγητό και καφές και γλυκό, υπάρχουν πάντοτε για να μπορούν να ξεφύγουν.
Δεν θέλω να πάθω εξάρτηση με το μηχάνημα. Μα έτσι ήταν ολα τα χρόνια.
Δεν θέλω να συναντηθώ με κανένα απο τα χόμπυ της νιότης μου. Θέλω μόνο να κοιτώ. Εναν πίνακα, να ακούω μουσική να μπορώ να κοιτώ την θάλασσα, να ακούω την βροχή στον τσίγκο....και να ΖΩ.

Τρίτη, 30 Οκτωβρίου 2012

Μετά απο....

Γάτε, παλιόγατε, που σ' αγαπούσα και δεν σε ξέχασα. Που σε βρήκα μετά απο τόσα χρόνια. Μια ζωή. 32. Χωρίσαμε παιδιά. Με την ξενοιασιά της νιότης. Βρεθήκαμε να μην θυμάσαι και να νευριάζω.
Μα αλήθεια δεν θυμάσαι? Μόνο δικό μου προνόμιο ειναι αυτό? Μόνο?
Δυο χρόνια ήταν αυτά. Μ' έμαθες τόσα. Σε θαύμαζα.
και μετά δεν σε έψαξα ποτέ. Χωρίσαμε εργασιακώς και εμεινα να περιμενω. Δεν ξέρω τι. Ούτε και με θυμόσουν, είπες.
Δεν πειράζει. Βρεθήκαμε ξανά και κάνουμε "παρέα" λεμε μια καλημέρα και περιμενω την ώρα που θα σε δω.

Που θα μου πεις, πόσα θυμάσαι και πόσα θυμήθηκες.

Παλιόγατε. Με μαλώνω. που δεν άπλωσα το χέρι να σε βρώ. Που ήξερα που είσαι και δεν...
Δεν πειράζει. αυτό το 32, με αποζημίωσε και με το παραπάνω.
Δεν μιλάς. Περιμένω.

Δευτέρα, 15 Οκτωβρίου 2012

Θαρθεις πάλι?

Σήμερα ειμαι νιρβανούχα η ηλικωμένη.
Κάθομαι στην βιεννέζικη πολυθρόνα μου και κουνιέμαι πέρα δώθε, σαν το αυτιστικό.

Κοιτώ εξω. Φθινοπωρινό τοπίο. Είμαι μέσα, ζέστη ανοιξιάτικη
Πάω στην κουζίνα, να φτιάξω ενα τοστ, η ζέστη με ακολουθεί. Ανάβω την τοστιέρα και ο Ιούλιος, ξεχύνεται φορτσάτος.
Δεν είναι κατάσταση αυτή.

Γυρίζω πίσω σε σκέψεις. Θα ήθελα να ήμουν 32. Ακριβώς, ούτε μια ημέρα πιο πάνω, πιο κάτω. Θα ήθελα να βρισκόμουν ξανά την ημέρα των γεννεθλίων μου.

Στο πάρτυ που έδωσα. Τότε που με κρατούσε ο Αλκης, αγκαλιά. Τότε που ήρθε μόνο για τα γεννέθλιά μου.
Ο Αλκης μου. Πάντα με εξέπληττε. Κι ας καυγάδιζα τότε μαζί του. Μ' αγαπούσε. Κι εγώ.
Με λαχτάρα, χωνόμουν στην αγκαλιά του, κάθε φορα, που εμφανιζόταν στο κατώφλι της πόρτας της αυλής.
Ετσι ξαφνικά.
Ηθελα να μπορούσε να ειναι εδώ, σ' αυτά τα μεγάλα γεννέθλια. Να μ' αγκαλιάσει να ξεχάσω πόσα κεράκια θα έχει αυτή η τούρτα.
Μα ειναι μακριά. Θα ερθει την άνοιξη. Θα με γεμίσει με φιλιά. Θα μου φέρει δώρα.
Θα κάνουμε μια βόλτα, στην εξοχη, πιασμένοι χέρι χέρι.
Θα μου φέρει λουλούδια και θα με φιλήσει στο στόμα.
Ο Αλκης μου.
Πάντα με το χαμόγελο. Το μπλέ βλέμμα του, με παρακολουθεί οταν τριγυρνώ και κανω δουλειές. Λάμπει οταν τον φιλώ, γελά ολόκληρος όταν τον αγκαλιάζω.
Πέρα στον ορίζοντα, οταν ο ήλιος δύσει, βλέπω το χρυσό χρώμα των φιλιών του.
Πότε θα ρθεις?
πότε θα με βγάλεις απο την νιρβάνα μου να μ' αγκαλιάσεις, σαν να μην πέρασε μια ώρα απο την νιότη μας? πότε?
Ηρθαν στα μαλλιά τα χιόνια. Αλλά δεν ήρθε ο χειμώνας στην καρδιά.
Κρατά γερά, ενα πρωινό τ' Απρίλη. Ενα πρωϊνο, που με σβούριζες στον αερα και γελάγαμε σαν μικρά παιδιά.
η συννεφιά θα μου φέρει στεναχώρια. Αλλα σε κρατώ καλά.
είσαι εδώ τριγύρω και μ' ακούς. σε νοιώθω. πάντα είσαι τριγύρω, φτάνει ν' αφουγκραστώ.
 γυρίζω ανόρεκτη στην πολυθρόνα μου. ο καφές μου, γλυκός όσο κι εσύ.
πάντα και μόνο εσύ.