Παρασκευή, 1 Φεβρουαρίου 2013

Χάνεται...

Πήρε το πλεκτό της και καθισε στην άκρη του καναπέ, δίπλα στο παράθυρο. Η μάνα της πάντα είχε μια καρέκλα δίπλα στο παράθυρο. Ηταν ο κόσμος της προς τα έξω. Κι εκείνης τώρα. Κράτησε την εφημερίδα και σχολίασε δυνατά, περιμενοντας απάντηση. "Πότε θα πάμε θέατρο?". 
"Είπαμε το άλλο Σάββατο" της απάντησε απο την κουζίνα, ενώ ερχόταν να της φέρει το τσάι της.

Ολο χαρά καθισε δίπλα της. "Φόρεσε την Ζακέτα σου, Παντελή", τον μάλωσε, "θα κρυώσεις, εχει βάλει ψύχρα'. Ο Παντελής, υπάκουσε χαμογελώντας "νοιαζεσαι για όλους' της αποκρίθηκε.
"μα όλοι, είσαι εσύ", τον χαίδεψε στον ώμο. Ηταν μαζι για τουλάχιστον 10 χρόνια. Τα παιδιά της μεγάλωσαν και τα παιδιά τους, είχαν γίνει όμορφα παλλικάρια πιά. 
Οι δυό τους πορεύονταν πλάι πλάι πάρα πολλά χρόνια. Είχε άραγε το κουράγιο που είχε να του πει, πόσο τον αγαπά και τον νοιάζεται?

'η Μαρία, εφυγε, η Αννουλα θα βγεί αργότερα" του είπε κοιτάζοντάς τον στα μάτια "θέλεις να πάμε επάνω?" τον ρώτησε κοιτάζοντας τον επίμονο. Σηκώθηκε και την παρέσυρε. "Πάντα σε θέλω και το γνωριζεις πολύ καλά". Είχε κάποιες στιγμές που χανόταν αλλά πάντα τον είχε στο μυαλο της. 

Αυτό το χάσιμο, δεν την άφηνε αδιάφορη. Αυτό το χάσιμο, ερχόταν κι εκεινη περίμενε να φύγει. Δεν μπορουσε να σκεφτεί τίποτα. Μετά συνερχόταν. 

Ανέβηκαν επάνω και κλειδώθηκαν στο δωμάτιο. Την αγκάλιασε. Την κράτησε σφιχτά πάνω του. Κι εκεινη χάθηκε. 

Οταν ξύπνησε, τον είδε να την κοιτά. Τίποτα δεν θυμόταν. Τίποτα. Το βλέμμα του ήταν ανήσυχο. "πόση ώρα κοιμάμαι" τον ρώτησε. Δεν της απάντησε έσκυψε και την φίλησε.

κάτι στιγμές που έρχονταν και χανόταν... εχανε τα καλυτερα, που τα ονειρευόταν μόνο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου