Τετάρτη 30 Ιανουαρίου 2013

Αγνωστες λέξεις ...

Ολο τα παλιά. Να μιλήσω για το σήμερα!!!
Γι αυτά που βλέπουν τα ομορφά μου μάτια με την πρεσβιωπία. Αλλάααα το σκελετουδάκι μου ειναι κοκκινούλι. 
Τι ειναι αυτό που γίνεται.
Α, ανοιξα μπλόγκ αλλά μου είπαν πως ειμαι μεγάλη... να παραιτηθώ. 

Εγώ να παραιτηθώ αλλά που να πάω. Εντάξει μεγάλωσα. Ομορφα και έχω να θυμάμαι. 
Ομως ενα εχω να πω... αυτό το μπλόγγινγκ, εδώ., σε μαθαίνει πράγματα. 
Εχω αρχίσει και μαθαίνω ξένες γλώσσες. Δεν ήταν ελληνικά αυτά που ήξερα. Α, παπα εχω μείνει πίσω. πιο πίσω δεν γίνεται. Ρώτησα παντού τι θα πει "ξυνομουνίαση", που το είδα κάπου γραμμένο και κανείς δεν ήξερε να μου πει. Βρε μείναμε στην ίδια τάξη απο τα ελληνικά μας? Ωρα να πάρω τα κουράγια μου και να ρίξω τα μούτρα μου να ρωτήσω ενα παιδί. Να δω τι θα μου απαντήσει ο Αλκης, έμπλεος κοκκινομαγουλίασης.
Δεν έχω και γνωστούς εδώ μέσα.... να με πληροφορήσουν τα ακατάληπτα δι εμέ.
Διαβάζει κανείς?????? εεεεεε????

Αχ τι έπαθα. Αντί να γράφω γράφω γράφω, τώρα που έχω καιρό.... διαβάζω διαβάζω διαβάζω τριγύρω. Πόσο θα ήθελα να μην με αποσπά τίποτα. Ομως... ομως θέλω να διαβάζω και να μαθαίνω καινούργια πράγματα.
Το πτωχό πλην τίμιο λεξιλόγιο μου.....πήρε την κάτω βόλτα.
Βοηθάτε χριστιανοί! τα συνταξιούχα κοπελλούδια !
χα χα χα !!! γράφω και γελώ. 

Είπα να κρατώ ενα ημερολόγιο, αλλά δεν μου βγαίνει με τόσα τριγύρω. Ζήλιες, καυγάδες, φασαρίες. κι εγώ στη μέση. Εχω και ενα πλεκτό του Ιάκωβου να τελειώσω.  Αμα το δεις να τελειώνει να μου πείς

πολυλόγησα αλλά ας μου πει κάποιος γιατί με τρώει.


Τρίτη 22 Ιανουαρίου 2013

πως θα ειδωθούμε.....πως...?

Ησουν πάντοτε κοντά. Απο τότε που γνωριστήκαμε, πάντα τριγύρω. Μια ματιά έφθανε, ενα αγγιγμα, περίσσευε. Τα γόνατα λύνονταν σε κάθε συνάντηση και οι μικροχαρές που ανταλλάσαμε, κρατανε για μια ζωή.
Το κάθε τηλεφώνημα μία όαση. Χανονταν όλα και γίνονταν η φωνή σου και η δική μου. Μόνο. 
Αυτές οι κρυφές συναντήσεις, ποσο με μάγευαν. Πόσο με λύτρωναν, απο ολα τα δύσκολα. Κι όμως. Τα γόνατα δεν παύουν να τρέμουν ακόμη και το στομάχι να δένεται κόμπο, τόσα χρόνια μετά. Ομορφα χρόνια μετά. Οπως και όλα αυτά που μετράνε.

Και κοίτα τώρα, πόσο μακριά είμαστε. Πως η απόσταση δεν εκμηδενίζεται. Πόσο θέλω να σε δώ, να σε ακούσω. Πόσο δύσκολο έγινε. 

Ετσι φανταζόμαστε την σύνταξη? Ετσι? να μην μιλάμε, να μην βλεπόμαστε? Οχι, ποτέ, δεν το σκέφτηκα αυτό. Και τώρα εχει γινει ενας φόβος αληθινός.

Μια ματιά εφθανε να χάσω τον κόσμο ολόκληρο. Εχανες τα λόγια σου, στο αντίκρυσμά μου. Τόσα χρόνια. 

Και τώρα? τώρα... το θέλω εχει αντριέψει και το πρεπει τρέχει να το φάει. Είχα πολλά θέλω. Είχα περισσότερα πρέπει. Τώρα? μένει η θύμηση των ομορφων στιγμών μας.

Είσαι μακριά. Πολύ μακριά. Τι δεν θάδινα για μια ματιά κι ένα σου άγγιγμα. Τι δεν θάδινα για ένα σου τηλεφώνημα.
Ενα ζεστό μεσημεριανό σου τηλεφώνημα. Να ζητήσεις να βρεθούμε. Πάντα το περιμένω. 
Πως γίναμε τώρα που μεγαλώσαμε. Πως γίναμε έτσι, στην σύνταξη. Πως?

Να μην μπορώ να σε δω, να σε αποχωρίζομαι και η σκέψη της μια στιγμιαίας συνάντησης να ειναι ένα όνειρο πιά?

Θλίψη με πιάνει και δεν αντιστέκομαι. Δεν έχω δυνάμεις. Μόνο ενα δάκρυ μου κυλά και σου το στέλνω να σε φυλα.


Να είσαι πάντα καλά.

Πέμπτη 3 Ιανουαρίου 2013

Απο τα παλιά στα νέα!

To αστυνομικό μυθιστόρημα, ήταν πάντα το φόρτε μου.
Αλλά το καλό. Το παλιό. Απο τους μάστορες του  είδους.
Βρεθήκαμε σπίτι μας, με μια βιβλιοθήκη, που την εμπλουτίσαμε ως νέοι.
Ο Ηρακλής και η Αγκαθα, ήταν φίλοι μας, απο παλιά. Ο Μπέκας.... ήρθε στην ζωή μας, την ίδια εποχή. Και έμειναν.
Λύναμε μυστήρια, ανακαλύπταμε ενόχους, πέρναμε μέρος σε φανταστικές ιστορίες στις ταινίες. Σαν παιδιά. Μα παιδιά ειμαστε τότε.
Η δεκαετία των 60, όπου ζήσαμε απο 15 ετών ως 10 χρόνια αργότερα, μας έδωσε τόσα. Μας πήρε περισσότερα, όμως, απολαύσαμε την ζωή. Χάσαμε αγαπημένους φίλους σε τροχαία, χάσαμε τρισαγαπημένους συγγενείς, όμως ειμαστε δυνατοί και συνεχίσαμε την ζωή, κοιτώντας μπροστά. Ολα αυτά που τα κοιτώ στην τηλεόραση (που τότε...) μου φέρνουν τόσες εικόνες απο την ζωή μου.
Οι βόλτες με τα  cabrio, στο Λαγονήσι... ήταν η αγαπημένη μας εκδρομή στα τέλη της δεκαετίας του 60.
Πόσες μόδες δεν αλλάξαμε στα μαγιώ? Πόσες πές μου. Πόσες στα φορέματα. Πόσα ταξίδια κάναμε στην 10 ετία του 70? Εκείνο το συναλλαγμα, που έπρεπε να μετράμε.

Ο πατέρας, απο τα πρώτα παιχνίδια που μας έμαθε, μόλις κλείσαμε τα 18 ήταν να παίζουμε με τα χρήματα ξένων χωρών. Ετσι, σε κάθε ταξίδι, είχαμε το δικό μας, πορτοφόλι για τα πολύ λίγα έξοδα... και ξέραμε να μετράμε και να υπολογίζουμε.
Ο αδελφός μου, μου αγόραζε λιχουδιές και τις έκρυβε στο μαξιλάρι μου, να τις βρώ το βράδυ. Εγώ πάλι, είχα το νού μου, στα ξενόγλωσσα κόμικς. Οπου τα εύρισκα, ορμούσα. Ετσι διάβασα Αγκαθα πολύ νέα.

Ομορφα χρόνια, ομολογουμένως. Δεν μας έλειψε τίποτα. Πήραμε δυνάμεις. Κι αν η μανα έλειψε απο νωρίς, πρόφθαιναν, γιαγιάδες και θείες και νουνές, να μας γεμίζουν τα κενά. Επειδή δεν ξέρω, πως ειναι να ζεις με την μάνα, φαντάζομαι πως το ίδιο είναι με την στρατιά που μας μεγάλωσε.

Αυτό το πρωινό πηγαιν' έλα στο σχολείο με το αυτοκίνητο, ήταν η χαρά μου.
Μερικά παιδιά, που ευρίσκονταν στο δρόμο μας, ερχονταν πάντα μαζί μας. Ο πατέρας, δεν άφηνε κανέναν. Εστω κι αν γέμιζε ο παλιό Πεζώ μας. Το μπορντώ Πεζώ μας.
Πέρασαν τα χρόνια, κι όταν ο γιός μου, ξεκίνησε σχολείο, τον φόρτωσα στο παλιο Πεζώ με τον πατέρα μου και 12 χρόνια, ήταν η χαρά τους, το πρωινο. Ο ανηψιός μου, αντίθετα, ήθελε να περπατά και ξεποδάριαζε τον αδελφό μου και την νύφη μου.

Μεγάλωσαν κι αυτά και περιμένω την ώρα να γίνω γιαγιά. Αλήθεια ποια ειναι η δουλειά της γιαγιάς?

Δευτέρα 12 Νοεμβρίου 2012

Το άλλο σπίτι

Η Αττική εχει τόσες ομορφιές. Και τα παλιά χρόνια, περισσότερες. Το σπίτι του ανθρώπου, που έμελλε να γίνει σύντροφός μου, ήταν στην ευρύτερη εξοχή. 
Ψηλά δένδρα, μετά τον χαμηλό μαντρότοιχο και στο βάθος το κανελί σπίτι. Το χρώμα, που έπερνε αργά το απόγευμα, η ατμόσφαιρα, εκεί, ήταν καφετί. Τα πανύψηλα πεύκα, άφηναν λίγο χώρο να περάσει αχτίδα.
Την πρώτη φορά, που ήμουν εκεί,  νόμιζα πως ζούσα παραμύθι. Και τις πολλές επόμενες όμως, η ατμόσφαιρα, ήταν ομορφη.

Ο δρόμος, δεν ήταν άσφαλτος, τα γειτονικά σπίτια, είχαν ολα την ίδια σκιά. Το σπίτι στο βάθος της αυλής, ήταν δίπατο. Μακρύ και δίπατο. Είχε κουζίνες, μπάνια, καθιστικούς χώρους και πολλές κρεβατοκάμαρες επάνω. Και το υπόγειο, ήταν χώρος παιχνιδιών.
Κόσμος μπαινόβγαινε, διαρκώς κι εκεί. Γιαγιάδες και παππούδες και θείες και θείοι. Μεγάλες οικογένειες. Το κέντρο δεν ήταν κοντά. Πως μετακινούνταν? Με το κάρο. Αν έχεις Θεό, με το κάρο. Μια χαριτωμένη άμαξα.
Είχαν το άλογο, στο πίσω μέρος, που ήταν οι αποθήκες. Και το κάρο μαζί. Ανοιγόκλεισα αρκετές φορές, τα μάτια μου όταν η γιαγιά του συντρόφου μου, με περισσή σβελτάδα, ανέβηκε στην άμαξα, και ξεκίνησε για κάπου....
Το πρωινό που ήμουν εκεί και μου ζήτησε, να μείνουμε μαζί, ο ήλιος παιχνίδιζε με τις ξανθές του μπούκλες. Ευρισκε, διάδρομο ο ήλιος και πέρναγε στην αυλή?
Μα ναι. Ευρισκε και περίσσευε. Με παρέσυρε στην βεράντα και με πήρε αγκαλιά. Δεν έβλεπα και δεν άκουγα τίποτα. Ποιός θα μπορούσε να μου χαλάσει αυτή την εικόνα. Την ωραία εικόνα. Μόνο τα μάτια του. Δεν άκουγα σχεδόν τίποτα. Ηξερα τι θα πει. Μόνο τον κοίταγα. Λουσμένον στο φώς.
Μιάς και με ρώτησαν κάποτε, απάντησα, πως θα μου άρεσε, μόνο να κάνουν κάποιες αλλαγες και να στηρίξουν το σπίτι. Ετσι κι έγινε. Το σπίτι, έγινε πιό λειτουργικό (άλλωστε οι μηχανικοί και οι αρχιτέκτονες, περίσσευαν σ' αυτή την οικογένεια) και ο χώρος της αυλής, γέμισε με ενα σωρό χρήσιμα πράγματα, προκειμένου να κάνουν και την ζωη μας πιο εύκολη.
Οσο για την αποθήκη, δεν είχε πιά άλογο, μόνο την άμαξα, που αποφασίσαμε να την κρατήσουμε, στολισμένη, περιμένοντας την επόμενη γεννιά να την αξιοποιήσει.
Ζήσαμε εκεί, ευτυχισμένα καλοκαίρια και τρυφερούς χειμώνες. Παράλληλα, χάσαμε αγαπημένους, αλλά η πορεία των ζώντων, συνέχισε, υποχρεωτικά.
Το σπίτι, υπάρχει να μας καλοδεχτεί, τα καλοκαίρια και να μας αγκαλιάσει τους χειμώνες. Απειρα Χριστούγεννα και πολλές Πασχαλιές, εμελλε να περάσουμε οικογενειακά.
Μακάρι όλος ο κόσμος, να τύχει τέτοιων σπιτιών και ζεστών οικογενειακών στιγμών.

Παρασκευή 9 Νοεμβρίου 2012

Τα σπίτια

Αλήθεια, ποιά ειναι η δουλειά της γιαγιάς? Με τι θα μπορούσε να ασχοληθει?
Να περιμένει ενα εγγόνι? Αντε κι ήρθε.
Να το κανακέψει, να του τραγουδήσει, να παίξει μαζί του?
Να του μάθει... τι?
Περιμενω την΄ωρα που θα γίνω γιαγιά. Περιμένω, να δω πως θα ειναι, η σύγχρονη γιαγιά για τα εγγόνια της.
Η δικές μας γιαγιάδες, ήταν σύγχρονες για την εποχή τους, αλλά με τόσες θείες, νουνές και γιαγιάδες, μέσα στο σπίτι, δεν προλάβαινες, όντας μικρός να δεις τι κάνει ποιός !
Η μανούλα, έφυγε πολύ νέα και μείναμε με τις δύο γιαγιάδες, τις αδελφές του μπαμπά, της μαμάς και τις νουνές μας. Θείες κι αυτές.
Στρατιές γυναικών, με έλεγχαν, πριν βγω έξω. Μια έστρωνε τον γιακά, μία τράβαγε το φουστάνι να μην φαινεται το μισοφόρι, μια ίσιωνε τον φιόγκο και ως να φθάσεις στην πόρτα, χέρια σου έδιναν και τα απαραίτητα αξεσουάρ, ζακετούλες, τσαντούλες, πορτοφολάκια, σκουφάκια, κασκολάκια, γαντάκια.
Στην εξώπορτα, η μανα της μανας, η τελευταία για το φιλί. Εμένα και του αδελφού μου. Χωρίς φιλί, δεν φύγαμε, ούτε μια μέρα απο το σπίτι. Χωρίς αγκαλιά, δεν κλείσαμε πίσω μας την πόρτα. Ηταν εκεινη που μας αποχαιρετούσε, ήταν εκεινη που μας καλοδεχόταν. Ως το 1979, που εκλεισε τα μάτια της, στα 84, αν δεν φιλιόμαστε, μπες βγες, δεν πέρναγες κατώφλι.

Ενα σπίτι, δύο στην ουσία, μονοκατοικίες, με τόσο κόσμο. Κι όταν παντρεύτηκαν οι θείες, εκεί να δεις αμέτρητους ανθρώπους, να ανοιγοκλείνουν πόρτες και παράθυρα τα Σαββατοκύριακα. Αυτό που ζούσαμε ήταν μαγικό. Τόσοι άνθρωποι, αγαπημένοι.
Μου αρεσε παντα αυτο. Το πολύς κόσμος να τριγυρνά στο σπίτι.
Και κάθε Κυριακή, το κοινό τραπέζι, μάζευε τουλάχιστον 20 ανθρώπους. Κατσαρόλια, πιάτα ενα σωρό. ποτήρια και μαχαιροπίρουνα, στρώνονταν στην μεγάλη τραπεζαρία της θείας. Ολοι εφερναν κάτι και κυρίως την καρέκλα τους. Τρία τραπέζια, μας χώραγαν, στο περίπου.


Γι αυτό το σπίτι μου, ειναι πάντα ανοικτό. Γι αυτό μ' αρέσει κόσμος να μπαινοβγαίνει. Γι αυτό, φυλοξενώ ανθρώπους πάντοτε. Ενας ήχος εχει μείνει στ' αυτιά μου. Αυτή η γλυκειά φασαρία. Θέλω να ζει το σπίτι. Να ειναι, ανα πάσα στιγμή το καράβι που ταξιδεύει. Γεμάτο κόσμο και χαρά.

Οταν χάνεις κάποτε γονείς και μιλώ για τον πατέρα και τις θείες, που και στα 120 δεν θα έφθαναν, και τους θείους και μένεις εσύ, με τους συνομίλικους, η παλιότερη γενιά να φυλάς θερμοπύλες, σου φαίνεται κάπως. Ομως εχοντας τόση ζωή, μέσα σου, κοιτάς να μεταλαμπαδεύσεις και στους νεώτερους τις συνήθειες.

Κρατώντας τα σπίτια για καλοκαιρινά, μιας και οι δουλειές μάς έφερναν πιο κοντά στην πόλη, πέράσαμε και περνάμε, πιο ανάλαφρα πια εκεί. Ολοι, όμως το ίδιο αγαπημένοι, όπως και παλιά. Κανένας δεν εχει πειράξει την κούνια του αδελφού μου και τα νέα παιδιά, αγαπούν να παίζουν εκεί. Κι όταν κουτρουβαλιώνται... τότε γυρίζουν και ψάχνουν με τα μάτια βοήθεια απο τους μεγαλύτερους.
Παιδιά μου, αγαπημένα, σας εύχομαι να ζήσετε ευτυχισμένα, όπως οι προγονοι σας. Κι αν έρθει μια συννεφιά στην ζωή, σηκώστε το κεφάλι και χαμογελάστε στον ήλιο. Γιατί "και στης ζωής τους πιο βαριούς χειμώνες, αλκυονίδες μέρες καρτερώ".

Είμαι ήδη γιαγιά απο ανήψια, μα πάντα περιμένω τα δικά μου.



Πέμπτη 8 Νοεμβρίου 2012

Φωτισμένος ουρανός

H βροχή μου φέρνει μελαγχολία. Την κοιτώ και κλαίω. Δίνω στο μυαλό μου τροφή να απασχοληθεί αλλά μια ματιά έξω, με σκοτώνει.
Οπως σε σκοτώνουν οι παλιές αγάπες. Αυτές, που πριν πάνε στον παράδεισο, σου δίνουν μια γερή μπουνιά στο στομάχι.

Δεν συγκεντρώνομαι να περάσω καμμία βελονιά. Τα παλιά χρόνια, ήταν αγχολητικό το κέντημα. Τώρα... τώρα το μυαλό, το παίρνει η αγάπη. Περνάει μέσα απο δαιδαλώδεις διαδρόμους στοργής και αφικνείται στον λαμπερό ορίζοντα. Μόνο αυτή η βροχή το ταλαιπωρεί. Σταγόνα σταγόνα, στάζει μέσα του και θυμάται τις θολές ημέρες της ζωής.
Μόνο η αγάπη υπάρχει πλέον. Οι δαντέλες, που εχω κρυμένες στο κουτί, μαρτυράνε τις άλλες εποχές. Αυτές που περιμένεις απο την νιότη. Αυτές που η προσμονή τις κανει να παλιώνουν περισσότερο.
Κι έρχεται η νιότη να φέρει την ωριμότητα απο το χέρι. Να σου την παραδώσει. Περπατάνε στις ρουγες της ψυχής. Φέρνουν γλυκό παλιό κρασί να πιωθεί στην υγειά τους. Πλέκουν στα μαλλιά και χορεύουν σ' έναν απαλό ρυθμό. Κανέναν αεράκι, δεν τις φοβίζει. Κανένα κύμα δεν τις ξεπερνά. Χαμογελάνε και φωτίζει ο ουρανός σου.

Αυτόν τον φωτισμένο ουρανό, περιμένω, μετά απο τις σταγόνες. Να μου χαμογελάσει, να ξεχάσω την θλίψη. Να μου χαμογελάσει και να φύγει κάθε κακη έννοια απο το νού.


Παρασκευή 2 Νοεμβρίου 2012

Θα μείνει εδώ

Είναι περασμένη η ώρα. Ηρθε και καθισαμε μαζί ολο το απόγευμα. Μας πήρε το βράδυ και η κουβέντα δεν έλεγα να τελειώσει.

Είμαστε μαζί περί τα 10 χρόνια μαζί στη δουλειά. Νέος ήρθε, ολο χαρά και καινουργια σχέδια, με όρεξη για δουλειά, με πολλές ευθύνες, οι οποίες πολλαπλασιάστηκαν.
Ημουν ήδη διευθύντρια τμηματος, όταν συναντηθήκαμε. Ηταν γύρω στα 30. Αγγιζα τα 50.

Εβλεπα πως ολο τριγυρναγε, όλο εύρισκε αφορμή να ζητήσει, να ρωτήσει, ως που του χτύπησα ενα πρωι το τηλέφωνο. "ελα, κερνάω καφέ, αν δεν εχεις κάτι επείγον".
Ηρθε σφαίρα, λες και το περίμενε.  Το περίμενε αναμφίβολα.
Μείναμε να πίνουμε καφέ τόσα χρόνια απο συνήθεια τα πρωινά. Ρουφούσε ό,τι έλεγα, μου θύμιζε άλλα, με παρότρυνε, τον συμβούλευα.

Οταν ήρθε η ώρα να φύγω, το τελευταίο πρωινό, δεν ήρθε στο γραφείο μου. Μονο βρήκα ενα σημείωμα, "θα τα πούμε". Η γιορτή που ακολούθησε, για μένα, τον βρήκε σ' ένα συμβούλιο αλλού.

Σήμερα, μετά τόσο καιρό, ζήτησε μόνος του να έρθει. Με κοίταξε στα μάτια και σχεδόν δακρυσμένος μου είπε "ευχαριστώ για όλα".... εμεινα να τον κοιτώ. "Συνελθε, τι έπαθες, τι ευχαριστείς, πιές καφέ και σε πεθύμησα", του είπα και τον κοίταξα εντονα στα μάτια.

"Μου λείπεις" ξεστόμισε. "Ναι κι εμένα, αλλά το σπίτι ειναι εδώ, κοντά, όποτε θέλεις η πόρτα ειναι ανοικτή και είσαι καλοδεχούμενος" του απάντησα, προσπαθώντας να του σπείρω την αδιαφορία.

Σηκώθηκε και ήρθε προς το μέρος μου. "μου λείπεις, αλλιώς, θα ήθελα να μιλήσουμε, να σου πω, να μου πεις.. να είμαστε μαζί, περισσότερο"........
Δεν είχα τι να του πω, τα μάτια μου, είχαν γεμίσει. Επρεπε να πάρω τον λόγο.
"Κι εμενα μου λείπεις. Κι εγώ θέλω να σε βλέπω κάθε πρωι, οπως τόσα χρόνια τώρα. Κι εγω θέλω να σου μιλήσω. Να σε αγγίξω, αλλιώς. Γιατί μια ζωή, ο σεβασμός, δεν οδήγησε πουθενά..., αφησε με να τα πω εγώ, να στο κάνω πιο εύκολο".
Με κοίταξε και κούνησε το κεφάλι.
"Είμαστε μαζι και αναπνέουμε τον ίδιο αέρα, τόσα χρόνια. Ηθελα πάντα να σου πω, να μου πεις, αλλά κάτι μας σταματούσε. Ισως σωστό, ίσως λάθος."
Πήρα βαθιά ανάσα... "ξέρεις πως δεν είμαι μόνη. Ξέρεις πως είμαι μεγάλη, ξέρεις πως..."
εβαλε το χέρι του στο στόμα μου ψυθιρίζοντας "σσσσ, τα ξέρω όλα'.
"Η ζωή ειναι μπροστά σου, κι εγώ εδώ" του είπα.
"θέλω να είμαστε μαζί" επανέλαβε.
Σηκώθηκα. τα μύχια της ψυχής μου, ήθελαν να φωνάξουν "ΝΑΙ". Η λογική μου έλεγε..."ΟΧΙ".
Τον αγκάλιασα. Τα χείλη μου πλησίασαν το πρόσωπό του. Αφησα ενα φιλί, στο μαγουλό του και απομακρύνθηκα. Ενοιωσα ενα κενό.
"Μαζί θα είμαστε, όσο η ζωη, το επιτρέπει" του είπα. "Δεν άλλαξε τίποτα. Μόνο εγώ διεύθυνση". "Μπορώ να έρχομαι να σε βλέπω το πρωι?" με ρώτησε "και το βράδυ και το απόγευμα και όποτε θέλεις"....
"Δεν είσαι ερωτευμενος, ειναι η συνήθεια" συμπλήρωσα και απομακρύνθηκα, στην άλλη άκρη του σαλονιού. Απλωσα το χέρι μου, πίσω απο την πλάτη μου, σαν να τον σταματούσα απο οποιαδήποτε κίνηση προς το μέρος μου και του είπα. "Μείνε εκεί και πάντα εδώ".
Πέρασαν λίγα λεπτά για να μιλήσει. "Ευχαριστώ, μπορώ να μείνω απόψε εδώ, δεν έχω που να πάω, δεν θέλω να πάω πουθενα" ακούστηκε.
"Ναι, αυτό δεν το συμπεριέλαβα, μπορείς να μένεις. Είμαι δεν είμαι μόνη".
Ησύχασε η ματιά του. Πλησίασε και μου χαμογέλασε.
Η ζωή ειναι μπροστά του. Αν το καταλάβει.

Κοιμάται δίπλα, στον καναπέ κι ακούω την ανάσα του. Εχει ηρεμήσει. Αυτό ήθελε. Να μείνει κοντά μου.
Κι εγώ.